1. Dictionary
  2. κ
  3. κόκκινος

Search Bible Vocabulary

κόκκινος

MasculineFeminineNeuter
κόκκινοςκόκκινηκόκκινον
κοκκίνουκόκκινηςκοκκίνου
κοκκίνῳκόκκινῃκοκκίνῳ
κόκκινονκοκκινηνκοκκινον
κόκκινοικόκκιναικόκκινα
κόκκινωνκόκκινωνκόκκινων
κόκκινοιςκόκκιναιςκόκκινοις
κόκκινουςκόκκιναςκόκκινα