1. Dictionary
  2. κ
  3. κόκκος

Search Bible Vocabulary

κόκκος

κοκκος
τουκόκκου
τῳκόκκῳ
τονκοκκον
οἱκόκκοι
τωνκόκκων
τοιςκόκκοις
τουςκόκκους