1. Home
  2. Dictionary
  3. κ
  4. κόλπος

κόλπος

Word
κόλπος, -ου, ὁ (kolpos)
Gloss
  • bosom
  • breast
  • bosom of a garment
  • bay
  • gulf
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Nestle 1904: 6
  • Byzantine NT: 6
Syllables
κόλ·πος kol·pos
Strongs Number
  • 2859

Noun Forms

Singular
κόλπος
τοῦ κόλπου
τῷ κόλπῳ
τόν κόλπον
Plural
οἱ κολποι
τῶν κολπων
τοῖς κόλποις
τούς κόλπους