1. Dictionary
  2. κ
  3. κῆνσος

Search Bible Vocabulary

κῆνσος

κῆνσος
τουκηνσου
τῳκῆνσῳ
τονκῆνσον
οἱκῆνσοι
τωνκῆνσων
τοιςκῆνσοις
τουςκῆνσους