1. Home
  2. Dictionary
  3. λ
  4. λευκός

λευκός

Word
λευκός, -ή, -όν (leukos)
Gloss
  • white
  • bright
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3022
Word Frequency
  • Nestle 1904: 25
  • Byzantine NT: 25
Syllables
λευ·κός leu·kos

Adjective Forms

Masculine
λευκός
λευκοῦ
λευκῷ
λευκόν
λευκοί
λευκῶν
λευκοῖς
λευκούς
Feminine
λευκή
λεύκης
λευκῇ
λευκήν
λευκαί
λευκῶν
λευκαῖς
λευκάς
Neuter
λευκόν
λευκοῦ
λευκῷ
λευκόν
λευκά
λευκῶν
λευκοῖς
λευκά

Usage in Biblical Text

Example Pictures