1. Dictionary
  2. λιθοβολέω

λιθοβολέω

Word
λιθοβολέω (lithoboleō)
Gloss
  • pelt with stones
  • stone
  • cast stones at
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3036
Word Frequency
  • Byzantine NT: 9
  • Nestle 1904: 8

Verb Forms

Future
Active
λιθοβολήσω
λιθοβολήσεις
λιθοβολήσει
λιθοβολήσομεν
λιθοβολήσετε
λιθοβολήσουσίν
Imperfect
Active
ελιθοβολουν
ελιθοβολεις
ελιθοβολει
ελιθοβολοῦμεν
ελιθοβολεῖτε
ἐλιθοβόλουν
Aorist
Active
ελιθοβολήσα
ελιθοβολήσας
ελιθοβολήσεν
ελιθοβολήσαμεν
ελιθοβολήσατε
ἐλιθοβόλησαν
Future
Passive
λιθοβολήθησομαι
λιθοβολήθησῃ
λιθοβοληθήσεται
λιθοβοληθησόμεθα
λιθοβολήθησεσθε
λιθοβοληθήσονται
Infinitive
Present
λιθοβολεῖσθαι
Infinitive
Aorist
λιθοβολῆσαι