1. Home
  2. Dictionary
  3. μ
  4. μέγας

μέγας

Word
μέγας (megas)
Gloss
  • large
  • great
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3173
Word Frequency
  • Byzantine NT: 240
  • Nestle 1904: 243
Syllables
μέ·γας me·gas

Adjective Forms

Masculine
μέγας
μεγάλου
μεγάλῳ
μέγαν
μεγαλοι
μεγάλων
μεγάλοις
μεγάλους
Feminine
μεγάλη
μεγάλης
μεγάλῃ
μεγάλην
μεγάλαι
μεγάλων
μεγάλαις
μεγάλας
Neuter
μέγα
μεγάλου
μεγάλῳ
μέγα
μεγάλα
μεγάλων
μεγάλοις
μεγάλα

Usage in Biblical Text