1. Dictionary
  2. μέλλω

μέλλω

Word
μέλλω (mellō)
Gloss
  • am about to
  • will
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3195
Word Frequency
  • Nestle 1904: 110
  • Byzantine NT: 111

Verb Forms

Present
Active
μέλλω
μέλλεις
μέλλει
μέλλομεν
μέλλετε
μέλλουσιν
Future
Active
μελλήσω
μέλλσεις
μέλλσει
μέλλσομεν
μελλήσετε
μέλλσουσιν
Imperfect
Active
ἔμελλον
ἔμελλες
ἔμελλεν
εμέλλομεν
εμέλλετε
ἔμελλον
Subjunctive
Present
μέλλῃς
μέλλῃ
Infinitive
Present
μέλλειν

Usage in Biblical Text