1. Dictionary
  2. μέτοχος

μέτοχος

Word
μέτοχος, -ου, ὁ (metochos)
Gloss
  • partaker
  • partner
  • sharer
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3353
Word Frequency
  • Nestle 1904: 6
  • Byzantine NT: 6

Noun Forms

Singular
μέτοχος
του μέτοχου
τῳ μέτοχῳ
τον μέτοχον
Plural
οἱ μέτοχοι
των μέτοχων
τοις μετόχοις
τους μετόχους