1. Dictionary
  2. μέτρον

μέτρον

Word
μέτρον, -ου, τό (metron)
Gloss
  • measure
  • measuring rod
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3358
Word Frequency
  • Nestle 1904: 14
  • Byzantine NT: 14

Noun Forms

Singular
το μέτρον
του μέτρου
τῳ μέτρῳ
το μέτρον
Plural
τα μέτρα
του μέτρων
τῳ μέτροις
τα μέτρα