1. Dictionary
  2. μέτωπον

μέτωπον

Word
μέτωπον, -ου, τό (metōpon)
Gloss
  • forehead
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3359
Word Frequency
  • Nestle 1904: 8
  • Byzantine NT: 8

Noun Forms

Singular
το μέτωπόν
του μετώπου
τῳ μετώπῳ
το μέτωπον
Plural
τα μέτωποι
του μετώπων
τῳ μέτωποις
τα μέτωπα