1. Dictionary
  2. μήτηρ

μήτηρ

Word
μήτηρ, -τρος, ἡ (mētēr)
Gloss
  • mother
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3384
Word Frequency
  • Nestle 1904: 84
  • Byzantine NT: 85

Noun Forms

Singular
μήτηρ
της μητρός
τῃ μητρί
την μητέρα
Plural
αἱ μητέρες
των μητέρων
ταις μητράσιν
τας μητέρας

Usage in Biblical Text