1. Dictionary
  2. μήτρα

μήτρα

Word
μήτρα, -ας, ἡ (mētra)
Gloss
  • womb
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3388
Word Frequency
  • Nestle 1904: 2
  • Byzantine NT: 2

Noun Forms

Singular
μήτρα
της μήτρας
τῃ μήτρᾳ
την μήτραν