1. Dictionary
  2. μίασμα

μίασμα

Word
μίασμα, -τος, τό (miasma)
Gloss
  • shameful deed
  • misdeed
  • crime
  • pollution
  • defilement
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3393
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Singular
το μίασμά
του μίασματος
τῳ μίασματι
το μίασμα
Plural
τα μίασματα
του μιασμάτων
τῳ μίασμασιν
τα μιάσματα

Usage in Biblical Text