1. Dictionary
  2. μίγμα

μίγμα

Word
μίγμα, -τος, τό (migma)
Gloss
  • mixture
  • compound
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3395
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1

Noun Forms

Singular
το μίγμα
του μίγματος
τῳ μίγματι
το μίγμα