1. Dictionary
  2. μίγνυμι

μίγνυμι

Word
μίγνυμι (mignumi)
Gloss
  • mix
  • mingle
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3396
Word Frequency
  • Nestle 1904: 4
  • Byzantine NT: 4

Verb Forms

Aorist
Active
εμίγνυμισα
εμίγνυμισας
ἔμιξεν
εμίγνυμισαμεν
εμίγνυμισατε
εμίγνυμισαν
Present
Middle/Passive
μίγνυμιομαι
μίγνυμιῃ
μείγνυται
μίγνυμιομεθα
μίγνυμιεσθε
μίγνυμιονται
Aorist
Passive
εμίγνυμισα
εμίγνυμισας
εμίγνυμισεν
εμίγνυμισαμεν
εμίγνυμισατε
ἐμίγησαν