1. Dictionary
  2. μίσθιος

μίσθιος

Word
μίσθιος, -ου, ὁ (misthios)
Gloss
  • day laborer
  • hired servant
  • paid worker
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3407
Word Frequency
  • Nestle 1904: 2
  • Byzantine NT: 2

Noun Forms

Singular
μίσθιος
του μισθίου
τῳ μίσθιῳ
τον μίσθιον
Plural
οἱ μίσθιοι
των μισθίων
τοις μίσθιοις
τους μίσθιους

Usage in Biblical Text