1. Dictionary
  2. μ
  3. μίσθωμα

Search Bible Vocabulary

μίσθωμα

τομίσθωμα
τουμισθώματος
τῳμισθωματι
τομίσθωμα
ταμισθώματά
τουμισθωμάτων
τῳμίσθωμασιν
ταμισθώματα