1. Dictionary
  2. μίσθωμα

μίσθωμα

Word
μίσθωμα, -τος, τό (misthōma)
Gloss
  • what is rented
  • rented house
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3410
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Singular
το μίσθωμα
του μισθώματος
τῳ μισθώματι
το μίσθωμα
Plural
τα μισθώματά
του μισθωμάτων
τῳ μίσθωμασιν
τα μισθώματα

Usage in Biblical Text