1. Home
  2. Dictionary
  3. μ
  4. μαρτυρία

μαρτυρία

Word
μαρτυρία, -ας, ἡ (marturia)
Gloss
  • testimony
  • witness
  • evidence
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Byzantine NT: 37
  • Nestle 1904: 37
Syllables
μαρ·τυ·ρί·α mar·tu·ri·a
Strongs Number
  • 3141

Noun Forms

Singular
μαρτυρία
τῆς μαρτυρίας
τῇ μαρτυρια
τήν μαρτυρίαν
Plural
αἱ μαρτυρίαι
τῶν μαρτυριων
ταῖς μαρτυριαις
τάς μαρτυριας

Usage in Biblical Text