1. Dictionary
  2. μετέχω

μετέχω

Word
μετέχω (metechō)
Gloss
  • partake of
  • share in
  • participate in
  • share
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3348
Word Frequency
  • Nestle 1904: 8
  • Byzantine NT: 8

Verb Forms

Present
Active
μετέχω
μετέχεις
μετέχει
μετέχομεν
μετέχετε
μετέχουσιν
2nd Aorist
Active


μετέσχεν



Perfect
Active


μετέσχηκεν



Infinitive
Present
μετέχειν