1. Dictionary
  2. μ
  3. μετατρέπω

Search Bible Vocabulary

μετατρέπω

Present
μετατρέπω
μετατρέπεις
μετατρέπει
μετατρέπομεν
μετατρέπετε
μετατρέπουσιν
Future
μετατρέψω
μετατρέψεις
μετατρέψει
μετατρέψομεν
μετατρέψετε
μετατρέψουσιν
Aorist
εμετατρέψα
εμετατρέψας
εμετατρέψεν
εμετατρέψαμεν
εμετατρέψατε
εμετατρέψαν
Imperfect
εμετατρέπον
εμετατρέπες
εμετατρέπεν
εμετατρέπομεν
εμετατρέπετε
εμετατρέπον