1. Dictionary
  2. μ
  3. μετεωρίζομαι

Search Bible Vocabulary

μετεωρίζομαι

Present
μετεωρίζω
μετεωρίζεις
μετεωρίζει
μετεωρίζομεν
μετεωρίζετε
μετεωρίζουσιν
Future
μετεωρίσω
μετεωρίσεις
μετεωρίσει
μετεωρίσομεν
μετεωρίσετε
μετεωρίσουσιν
Aorist
εμετεωρίσα
εμετεωρίσας
εμετεωρίσεν
εμετεωρίσαμεν
εμετεωρίσατε
εμετεωρίσαν
Imperfect
εμετεωρίζον
εμετεωρίζες
εμετεωρίζεν
εμετεωρίζομεν
εμετεωρίζετε
εμετεωρίζον