1. Dictionary
  2. μετοικίζω

μετοικίζω

Word
μετοικίζω (metoikizō)
Gloss
  • remove to another place of habitation
  • resettle
  • transport
  • cause to migrate
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3351
Word Frequency
  • Nestle 1904: 2
  • Byzantine NT: 2

Verb Forms

Future
Active
μετοικιῶ
μετοικίσεις
μετοικίσει
μετοικίσομεν
μετοικίσετε
μετοικίσουσιν
Aorist
Active
εμετοικίσα
εμετοικίσας
μετῴκισεν
εμετοικίσαμεν
εμετοικίσατε
εμετοικίσαν

Usage in Biblical Text