1. Dictionary
  2. μετοικεσία

μετοικεσία

Word
μετοικεσία, -ας, ἡ (metoikesia)
Gloss
  • change of abode
  • deportation
  • migration
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3350
Word Frequency
  • Nestle 1904: 4
  • Byzantine NT: 4

Noun Forms

Singular
μετοικεσία
της μετοικεσίας
τῃ μετοικεσίᾳ
την μετοικεσίαν