1. Dictionary
  2. μ
  3. μετοχή

Search Bible Vocabulary

μετοχή

μετοχὴ
τηςμετοχης
τῃμετοχῇ
τηνμετοχην
αἱμετοχαι
τωνμετοχων
ταιςμετοχαις
ταςμετοχας