1. Dictionary
  2. μετοχή

μετοχή

Word
μετοχή, -ῆς, ἡ (metochē)
Gloss
  • sharing
  • partnership
  • fellowship
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3352
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1

Noun Forms

Singular
μετοχή
της μετοχης
τῃ μετοχῇ
την μετοχην

Usage in Biblical Text