1. Dictionary
  2. μετρέω

μετρέω

Word
μετρέω (metreō)
Gloss
  • measure
  • estimate
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3354
Word Frequency
  • Nestle 1904: 11
  • Byzantine NT: 11

Verb Forms

Present
Active
μετρῶ
μετρεῖς
μετρεῖ
μετροῦμεν
μετρεῖτε
μετροῦσιν
Future
Active
μετρήσω
μετρήσεις
μετρήσει
μετρήσομεν
μετρήσετε
μετρήσουσιν
Aorist
Active
εμετρήσα
εμετρήσας
ἐμέτρησεν
εμετρήσαμεν
εμετρήσατε
εμετρήσαν
Future
Passive
μετρήθησομαι
μετρήθησῃ
μετρηθήσεται
μετρήθησομεθα
μετρήθησεσθε
μετρήθησονται
Subjunctive
Aorist
μετρήσῃς
μετρήσῃ
Imperative
Aorist
μέτρησον