1. Dictionary
  2. μετρητής

μετρητής

Word
μετρητής, -οῦ, ὁ (metrētēs)
Gloss
  • liquid measure
  • measure
  • amphora
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3355
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Plural
οἱ μετρηταί
των μετρητῶν
τοις
τους μετρητάς

Usage in Biblical Text