1. Dictionary
  2. μ
  3. μετριοπαθέω

Search Bible Vocabulary

μετριοπαθέω

Present
μετριοπαθῶ
μετριοπαθεῖς
μετριοπαθεῖ
μετριοπαθοῦμεν
μετριοπαθεῖτε
μετριοπαθοῦσιν
Future
μετριοπαθήσω
μετριοπαθήσεις
μετριοπαθήσει
μετριοπαθήσομεν
μετριοπαθήσετε
μετριοπαθήσουσιν
Aorist
εμετριοπαθήσα
εμετριοπαθήσας
εμετριοπαθήσεν
εμετριοπαθήσαμεν
εμετριοπαθήσατε
εμετριοπαθήσαν
Imperfect
εμετριοπαθουν
εμετριοπαθεις
εμετριοπαθει
εμετριοπαθοῦμεν
εμετριοπαθεῖτε
εμετριοπαθουν