1. Dictionary
  2. μ
  3. μηλωτή

Search Bible Vocabulary

μηλωτή

μηλωτή
τηςμηλωτης
τῃμηλωτῇ
τηνμηλωτὴν
αἱμηλωται
τωνμηλωτων
ταιςμηλωταῖς
ταςμηλωτας