1. Dictionary
  2. μητραλῴας

μητραλῴας

Word
μητραλῴας, -ου, ὁ (mētralōas)
Gloss
  • matricide
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3389
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Plural
οἱ μητραλῴοι
των μητραλῴων
τοις μητρολῴαις
τους μητραλῴους

Usage in Biblical Text