1. Dictionary
  2. μιασμός

μιασμός

Word
μιασμός, -οῦ, ὁ (miasmos)
Gloss
  • defilement
  • corruption
  • act of pollution
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3394
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Singular
μιασμός
του μιασμοῦ
τῳ μιασμῳ
τον μιασμον