1. Dictionary
  2. μ
  3. μικρός

Search Bible Vocabulary

μικρός

MasculineFeminineNeuter
μικροτεροςμικράμικρον
μικροῦμικρᾶςμικροῦ
μικρῷμικρᾷμικρῷ
μικρόνμικράνμικρον
μικροὶμικραὶμικρὰ
μικρῶνμικρωνμικρων
μικροῖςμικραιςμικροις
μικρουςμικράςμικρά