1. Dictionary
  2. μικρός

μικρός

Word
μικρός, -ά, -όν (mikros)
Gloss
  • small
  • little
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3398
Word Frequency
  • Byzantine NT: 45
  • Nestle 1904: 46

Adjective Forms

Masculine
μικρότερος
μικροῦ
μικρῷ
μικρόν
μικροί
μικρῶν
μικροῖς
μικρούς
Feminine
μικρά
μικρᾶς
μικρᾷ
μικράν
μικραί
μικρων
μικραις
μικράς
Neuter
μικρόν
μικροῦ
μικρῷ
μικρόν
μικρά
μικρῶν
μικροις
μικρά

Usage in Biblical Text