1. Dictionary
  2. μιμέομαι

μιμέομαι

Word
μιμέομαι (mimeomai)
Gloss
  • imitate
  • emulate
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3401
Word Frequency
  • Nestle 1904: 4
  • Byzantine NT: 4

Verb Forms

Present
Middle/Passive
μιμέομαι
μιμέῃ
μιμεῖται
μιμέομεθα
μιμέεσθε
μιμοῦνται
Subjunctive
Aorist
μιμησώμεθα
Imperative
Present
μιμοῦ
μιμεῖσθε
Infinitive
Present
μιμεῖσθαι

Usage in Biblical Text