1. Dictionary
  2. μισθαποδοσία

μισθαποδοσία

Word
μισθαποδοσία, -ας, ἡ (misthapodosia)
Gloss
  • recompense
  • reward
  • due punishment
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3405
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 3

Noun Forms

Singular
μισθαποδοσία
της μισθαποδοσίας
τῃ μισθαποδοσίᾳ
την μισθαποδοσίαν