1. Dictionary
  2. μισθαποδότης

μισθαποδότης

Word
μισθαποδότης, -ου, ὁ (misthapodotēs)
Gloss
  • rewarder
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3406
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Singular
μισθαποδότης
του μισθαποδότου
τῳ μισθαποδότῳ
τον μισθαποδότον

Usage in Biblical Text