1. Dictionary
  2. μισθωτός

μισθωτός

Word
μισθωτός, -οῦ, ὁ (misthōtos)
Gloss
  • hired servant
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3411
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 4

Noun Forms

Singular
μισθωτός
του μισθωτοῦ
τῳ μισθωτῷ
τον μισθωτον
Plural
οἱ μισθωτοί
των μισθωτῶν
τοις μισθωτοις
τους μισθωτους