1. Dictionary
  2. μισθός

μισθός

Word
μισθός, -οῦ, ὁ (misthos)
Gloss
  • wages
  • reward
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3408
Word Frequency
  • Nestle 1904: 29
  • Byzantine NT: 29

Noun Forms

Singular
μισθός
του μισθοῦ
τῳ μισθῷ
τον μισθόν
Plural
οἱ μισθοι
των μισθων
τοις μισθοις
τους μισθούς

Usage in Biblical Text