1. Dictionary
  2. μ
  3. μνημεῖον

μνημεῖον

Word
μνημεῖον, -ου, τό (mnēmeion)
Gloss
  • tomb
  • monument
  • sepulcher
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3419
Word Frequency
  • Byzantine NT: 41
  • Nestle 1904: 38

Noun Forms

Singular
το μνημεῖον
του μνημείου
τῳ μνημείῳ
το μνημεῖον
Plural
τα μνημεῖα
του μνημείων
τῳ μνημείοις
τα μνημεῖα