1. Dictionary
  2. μνημόσυνον

μνημόσυνον

Word
μνημόσυνον, -ου, τό (mnēmosunon)
Gloss
  • memory
  • memorial
  • reminder
  • remembrance offering
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3422
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 3

Noun Forms

Singular
το μνημόσυνον
του μνημοσύνου
τῳ μνημόσυνῳ
το μνημόσυνον
Plural
τα μνημόσυνοι
του μνημόσυνων
τῳ μνημόσυνοις
τα μνημόσυνά