1. Dictionary
  2. μ
  3. μνῆμα

μνῆμα

Word
μνῆμα, -τος, τό (mnēma)
Gloss
  • grave
  • tomb
  • monument
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3418
Word Frequency
  • Byzantine NT: 8
  • Nestle 1904: 10

Noun Forms

Singular
το μνῆμα
του μνήματος
τῳ μνήματι
το μνήματα
Plural
τα μνῆματα
του μνημάτων
τῳ μνήμασιν
τα μνήματά