1. Dictionary
  2. μογγιλάλος

μογγιλάλος

Word
μογγιλάλος, -ου, ὁ (moggilalos)
Gloss
  • one speaking with difficulty
  • stammerer
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3424
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Singular
μογγιλάλος
του μογγιλάλου
τῳ μογγιλάλῳ
τον μογγιλαλον

Usage in Biblical Text