1. Dictionary
  2. μογιλάλος

μογιλάλος

Word
μογιλάλος, -ον:speaking with difficulty: (mogilalos)
Gloss
  • speaking with difficulty
Part of Speech
Adjective
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1

Adjective Forms

Masculine
μογιλάλος
μογιλάλου
μογιλάλῳ
μογιλάλον
μογιλάλοι
μογιλάλων
μογιλάλοις
μογιλάλους