1. Dictionary
  2. μοιχαλίς

μοιχαλίς

Word
μοιχαλίς, -ίδος, ἡ (moichalis)
Gloss
  • adulteress
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3428
Word Frequency
  • Nestle 1904: 7
  • Byzantine NT: 7

Noun Forms

Singular
μοιχαλίς
της μοιχαλίδος
τῃ μοιχαλίδι
την μοιχαλίδα
Plural
αἱ μοιχαλίδες
των
ταις
τας μοιχαλίδας