1. Dictionary
  2. μοιχεία

μοιχεία

Word
μοιχεία, -ας, ἡ (moicheia)
Gloss
  • adultery
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3430
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 4

Noun Forms

Singular
μοιχεία
της μοιχείας
τῃ μοιχείᾳ
την μοιχείαν
Plural
αἱ μοιχεῖαι
των μοιχείων
ταις μοιχείαις
τας μοιχείας