1. Dictionary
  2. μ
  3. μολυσμός

Search Bible Vocabulary

μολυσμός

μολυσμὸς
τουμολυσμοῦ
τῳμολυσμῷ
τονμολυσμον
οἱμολυσμοι
τωνμολυσμων
τοιςμολυσμοις
τουςμολυσμους