1. Dictionary
  2. μολυσμός

μολυσμός

Word
μολυσμός, -οῦ, ὁ (molusmos)
Gloss
  • defilement
  • staining
  • pollution
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3436
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1

Noun Forms

Singular
μολυσμός
του μολυσμοῦ
τῳ μολυσμῷ
τον μολυσμον