1. Dictionary
  2. μολύνω

μολύνω

Word
μολύνω (molunō)
Gloss
  • stain
  • soil
  • defile
  • pollute
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3435
Word Frequency
  • Byzantine NT: 3
  • Nestle 1904: 3

Verb Forms

Present
Active
μολύνω
μολύνεις
μολύνει
μολύνομεν
μολύνετε
μολύνουσιν
Aorist
Active
ἐμόλυνά
εμολύνσας
εμολύνσεν
εμολύνσαμεν
εμολύνσατε
ἐμόλυναν
Present
Middle/Passive
μολύνομαι
μολύνῃ
μολύνεται
μολύνομεθα
μολύνεσθε
μολύνονται
Imperfect
Middle
εμολύνομην
εμολύνου
ἐμολύνετο
εμολύνομεθα
εμολύνεσθε
εμολύνοντο
Future
Passive
μολύνθησομαι
μολύνθησῃ
μολυνθήσεται
μολύνθησομεθα
μολύνθησεσθε
μολυνθήσονται
Aorist
Passive
εμολύνσα
εμολύνσας
εμολύνσεν
εμολύνσαμεν
εμολύνσατε
ἐμολύνθησαν
Subjunctive
Aorist
μολυνῶ
μολυνθῇς
Infinitive
Aorist
μολῦναι

Usage in Biblical Text