1. Dictionary
  2. μονόφθαλμος

μονόφθαλμος

Word
μονόφθαλμος, -ον:one-eyed: (monophthalmos)
Gloss
  • one-eyed
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3442
Word Frequency
  • Nestle 1904: 2
  • Byzantine NT: 2

Adjective Forms

Masculine
μονόφθαλμος
μονόφθαλμου
μονόφθαλμῳ
μονόφθαλμον
μονόφθαλμοι
μονόφθαλμων
μονόφθαλμοις
μονόφθαλμους