1. Dictionary
  2. μουσικός

μουσικός

Word
μουσικός, -οῦ, ὁ (mousikos)
Gloss
  • musician
  • skilled in music
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3451
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Plural
οἱ μουσικά
των μουσικῶν
τοις μουσικοις
τους μουσικά