1. Dictionary
  2. μυκάομαι

μυκάομαι

Word
μυκάομαι (mukaomai)
Gloss
  • roar
  • bellow
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3455
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Verb Forms

Present
Middle/Passive
μυκάομαι
μυκάῃ
μυκᾶται
μυκάομεθα
μυκάεσθε
μυκάονται

Usage in Biblical Text