1. Dictionary
  2. μ
  3. μυλικός

Search Bible Vocabulary

μυλικός

MasculineFeminineNeuter
μυλικὸςμυλικαμυλικον
μυλικουμυλικαςμυλικου
μυλικῳμυλικᾳμυλικῳ
μυλικονμυλικανμυλικον
μυλικοιμυλικαιμυλικα
μυλικωνμυλικωνμυλικων
μυλικοιςμυλικαιςμυλικοις
μυλικουςμυλικαςμυλικα