1. Dictionary
  2. μυλικός

μυλικός

Word
μυλικός, -ή, -όν (mulikos)
Gloss
  • belonging to a mill
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3457
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Adjective Forms

Masculine
μυλικός
μυλικου
μυλικῳ
μυλικον
μυλικοι
μυλικων
μυλικοις
μυλικους